Χορεύει στις καρδιές μας, ξυπόλυτη, γελά δυνατά τινάζοντας ένα κομπολόι, όπως έκανε στο εξώφυλλο του περιοδικού Life το 1966. Η τελευταία Ελληνίδα θεά, όπως την έχουν αποκαλέσει, Μελίνα Μερκούρη με το διονυσιακό πάθος και το απολλώνιο φως να συγκρούονται μέσα της, πήγαινε πάντα με ορμή εκεί που της υπαγόρευε η καρδιά της. Δεν έβαλε ποτέ φρένο στα θέλω της και τα θέλω της δεν ήταν ποτέ μικρά. Γι’ αυτό και η ζωή της δεν είναι μία, είναι πολλές. Πολλές ζωές θυελλώδεις και έντονες που μόνο μια γυναίκα σαν αυτή θα μπορούσε να αντέξει.

Αποφάσισε πως θα γίνει ηθοποιός, μέσα στο αρχοντικό του Δήμαρχου της Αθήνας παππού της, Σπύρου Μερκούρη. Εκεί έμαθε την αξία της πειθούς και κατάλαβε από νωρίς πως για να πάρει αυτό που ήθελε έπρεπε να πείθει. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και πρόβαρε ξανά και ξανά τη φράση «θα ήθελα πάρα πολύ ένα φωνόγραφο και, αν δεν µου τον δώσεις, θα είναι πάρα πολύ µεγάλη δυστυχία για µένα». Εκεί, στο πρώτο δάκρυ που βγήκε αυθόρμητα απ’ τα μάτια της γεννήθηκε η ηθοποιός Μελίνα. Ηταν πέντε ετών και τα Χριστούγεννα με την πρώτη της παράσταση έπεισε τους γονείς της να της πάρουν φωνόγραφο.

Επεσε στις ρόδες ενός αυτοκινήτου στα 14 της γιατί ο έρωτάς της για τον ηθοποιό Γιώργο Παππά δεν είχε ανταπόκριση. Κλέφτηκε στα 16 της τον βαθύπλουτο Παναγή Χαροκόπο, επειδή της υποσχέθηκε ότι θα τη βοηθούσε να γίνει ηθοποιός και να ζήσει ανεξάρτητη απ’ τις γονικές επιταγές που δεν ήθελαν να τη δουν στο σανίδι. Ανυπόταχτη και αποφασισμένη κέρδισε τη θέση που ήθελε εκείνη στον κόσμο και όχι αυτή για την οποία την προόριζαν τα κοινώνικα στερεότυπα που καταδίκασαν τη μαμά και τη γιαγιά της να κεντούν αμίλητες, κλεισμένες μες στο σπίτι.

Μπαίνει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου και το 1944 παίζει για πρώτη φορά στο θέατρο. Η αρχή είχε γίνει. Αμέτρητες παραστάσεις, επιτυχίες μεγάλες και μικρές διαμορφώνουν σιγά και σταθερά την εικόνα της μεγάλης ηθοποιού κι η ίδια βουτά όλο και πιο βαθιά στον εαυτό της για να βγάλει στη σκηνή όλο της το είναι.

Προετοιμάζεται για το μεγάλο ραντεβού της ζωής της. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1955 συναντά τη Στέλλα. Ο Μιχάλης Κακογιάννης βλέπει στην ηρωίδα απ’ το μυθιστόρημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, τη Μελίνα. Την ιδιοσυγκρασία της, τη μαγκιά της, την ειλικρίνειά της. Κι ας έχει μεγάλο στόμα, κι ας είναι αντικινηματογραφική όπως του έλεγαν. Η Μελίνα γίνεται μέσα σε μια νύχτα σύμβολο ελευθερίας. Φωνάζει απελπισμένα «πνίγομαι» και πέφτει στο μαχαίρι της αγάπης για να καθαρθεί. Οι γυναικείοι χριστιανικοί σύλλογοι της εποχής σοκάρονται, εξοργίζονται. Η ταινία προκαλεί την Ελλάδα των χρηστών ηθών και συναρπάζει την Ευρώπη που βλέπει να ξαναζωντανεύει η τραγωδία στη μεγάλη οθόνη.

Η Μελίνα, στο Φεστιβάλ των Καννών, δεν πήρε το βραβείο πρώτου ρόλου, αλλά κέρδισε κάτι σπουδαιότερο. Γνώρισε τον άντρα με τον οποίο θα γίνονταν ένα, τον σκηνοθέτη Ζιλ Ντασσέν. Ερωτευτηκαν κεραυνοβόλα. Ηταν κι οι δυο τους παντρεμένοι, αλλά δεν είχε σημασία πια. Την επόμενη κιόλας χρονιά, ο Ντασέν γυρίζει το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» με τη Μελίνα. Ο Νίκος Καζαντζάκης τον βαφτίζει Ντασενάκη κι η γυναίκα του συγγραφέα προσπαθήσει να πείσει τη Μελίνα να τον αφήσει να γυρίσει στη συζυγική εστία. Δηλώνει πως τον αγαπά μέχρι αυτοκτονίας και το εννοεί.

Εχουν πολλά να ζήσουν μαζί, όπως ο θρίαμβος του Ποτέ την Κυριακή που έρχεται το 1960. Στις Κάννες, η Μελίνα κερδίζει το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου και η Croisette φλέγεται. Το ελληνικό γλέντι που ακολούθησε έμεινε στην ιστορία. Ο Ντασέν χορεύει πάνω στα τραπέζια, η Μπριζίτ Μπαρντό κερνάει σαμπάνιες τον Ζαμπέτα, ο συγγραφέας Ζορζ Σιμενόν φωνάζει στη Μελίνα «Να ζησεις κούκλα», σπάνε πάνω από 4,000 ποτήρια και τα Παιδιά του Πειραιά ακούγονται εκείνο το βράδυ σε όλες τις πιθανές εκτελέσεις, από χασάπικο ως τσιφτετέλι.

Η Μελίνα περπατά πια στο διεθνές στερέωμα και μαζί της λάμπει κι η Ελλάδα. Εχασε το Οσκαρ απ’ την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, αλλά το θέατρο στο Μπρόντγουεϊ όπου παίζει είναι κάθε βράδυ γεμάτο κι οι ταξιτζήδες της Νέας Υόρκης την φωνάζουν με το όνομά της. Μέχρι που έρχεται η Χούντα κι η Μελίνα σκοτεινιάζει μαζί με την Ελλάδα. Μετά από κάθε παράσταση απευθύνεται στον κόσμο και του ζητά με δάκρυα στα μάτια «Μην πάτε στη χώρα μου. Κάντε ό,τι μπορείτε για να ξαναγυρίσει η δημοκρατία. Η κυβέρνησή σας έχει ευθύνη γι’ αυτό». Φωνάζει “Long live democracy. Everywhere” κι αυτό το αδιαπραγμάτευτο πείσμα στα χείλη της μετατρέπουν την ευχή σε υπόσχεση, σε χρησμό τελεσίδικο.

Ο Παττακός της αφαιρεί την ιθαγένεια κι εκείνη κρεμά στο σπίτι της μια φωτογραφία του Παπαδόπουλου για να τον βλέπει κάθε μέρα και να τον μισεί όπως λέει. Τρεις φορές προσπάθησαν να τη δολοφονήσουν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, αλλά εκείνη συνέχισε απτόητη τη λυσσαλέα μάχη εναντίον τους στο εξωτερικό. Μια άλλη Μελίνα έχει γεννηθεί. Αυτή των πολιτικών αγώνων, που μεταφέρει στα πέρατα του κόσμου την αγωνία μιας πατρίδας που πνίγεται.

Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, δυο μέρες μετά την πτώση της Χούντας, θα αφοσιωνόταν στην πολιτική. Οχι, δεν διψούσε για εξουσία, αυτή την έζησε όπως είπε ως σταρ. Ηθελε να προσφέρει με όποιο τρόπο μπορούσε και να αποδείξει πως οι ηθοποιοί δεν είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Η Μελίνα που συναντήθηκε με την Ιντιρα Γκάντι, τον Μιτεράν, που ήταν φίλη του Ρομπερτ Κένεντι και μάλιστα είχε ραντεβού μαζί του τη μέρα που τον δολοφόνησαν, η Μελίνα που ξεσήκωσε με τις ομιλίες της την πλατεία Τραφάλγκαρ, είναι η πρώτη γυναίκα βουλευτής που της απαγορεύτηκε η είσοδος στη Βουλή επειδή φορούσε παντελόνια.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφυγε κλαίγοντας απ’ τη Βουλή γιατί κάποιος αγενής συνάδελφος έκανε σεξιστικά σχόλια εναντίον της. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που σαν Υπουργός Πολιτισμού έζησε την απαξίωση από άλλους Υπουργούς που τη σνόμπαραν ως ανάξια του αξιώματος και αντισυμβατική προσωπικότητα. Τίποτα απ’ αυτά όμως δεν μπορούσε να σκιάσει την ακτινοβολία της στον κόσμο εντός κι εκτός συνόρων. Με το ίδιο φόρεμα του Υβ Σεν Λορέν που κατέβαινε να δει τους ψηφοφορους της στη Β’ Πειραιά επισκεπτόταν και τον αυστηρού πρωτοκόλλου πρωθυπουργό της Ιαπωνίας και τον χτυπούσε στην πλάτη. Οσα πρόσωπα κι αν είχε η Μελίνα, ήταν όλα αληθινά.

Αληθινά και γενναία. Που της έδιναν το θάρρος να κουνήσει το δάχτυλο στη μύτη του υπεύθυνου του Βρετανικού Μουσείου και να του φωνάξει «Θέλω πίσω τα μάρμαρα!».

Ηταν μια Κολονακιώτισσα που ποτέ δεν ντύθηκε τον καθωσπρεπισμό ούτε σαν μέσο διπλωματίας. Μιλούσε σαν μάγκας και διεκδικούσε με πάθος και ειλικρίνεια αυτά που της οφείλονταν. Υστερα απ’ την πολιτική της αφύπνιση, η Μελίνα έπαιξε τον πιο σπουδαίο ρόλο της ζωής της. Εγινε η Ελλάδα, την ταξίδεψε στον κόσμο, την έκανε διάσημη και της έδωσε νέα πνοή. Η Ελλάδα ολόκληρη ήταν πίσω απ’ το βροντερό της γέλιο, πίσω απ’ το ταμπεραμέντο της, τα κύτταρά της, τη λάμψη της.

Οταν έφυγε στις 6 Μαρτίου του 1994, τα ξένα Μέσα έγραψαν «Εφυγε η τελευταία ελληνίδα θεά» κι η Ελλάδα έπαψε να χορεύει ξυπόλυτη κι ατίθαση, παρά μόνο στα όνειρά μας.

 

Κείμενο της Αθηνάς Χριστοπούλου για το Jenny Jenny, Μάρτιος 2016

Αμαλία Κυπαρίσση
Αμαλία Κυπαρίσση
Είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES