Μαστίχα Χίου…

By  |  0 Comments
Μοιραστείτε αυτό άρθρο αν σας άρεσε.

Επειτα από μια διαδρομή 25 χιλιομέτρων ανάμεσα σε σπάρτους, που συγκρατούν το έδαφος με τις ρίζες τους, συκιές, κουτσουπιές και ένα ελαφρύ άρωμα μαστίχας να τυλίγει το ταξίδι μας ώς το Πυργί, το μουσείο προβάλλει ψηλά στη θέση Ράχη. Ξύλο, πέτρα και γυαλί τα βασικά του χαρακτηριστικά, με θέα καταπληκτική και στα «πόδια» του ένας φροντισμένος μαστιχώνας.

Βρισκόμαστε στα Μαστιχοχώρια, ένα σύνολο μεσαιωνικών χωριών στη νότια Χίο, το μοναδικό μέρος όπου «δακρύζει» ο σχίνος και παράγει μαστίχα και ας τον συναντάμε σε όλη τη Μεσόγειο. Ιδιαιτερότητα της περιοχής είναι η πολύτιμη ποικιλία Pistacia lentiscus Chia. Μια παράδοση που στηρίζεται στον μεθοδικό ευγονισμό από την αρχαιότητα ακόμη, τη συστηματοποίηση της καλλιέργειας, σε συνδυασμό με το έδαφος και το κλίμα της περιοχής.

Το μαστιχόδεντρο ή σχίνος ζει και 100 χρόνια, αρχίζει να αποδίδει από τα 5 του ενώ σε ηλικία 40-50 ετών βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Η ετήσια απόδοση; Δεν ξεπερνά τα 150 με 180 γραμμάτια κάθε δέντρο. Αλλά το υλικό του είναι ακριβό. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ένα λίτρο μαστιχέλαιο κοστίζει 3.500 ευρώ!

Με όλες αυτές τις πληροφορίες να τριβελίζουν τον νου ύστερα από συζητήσεις με τους εργαζομένους του Μουσείου Μαστίχας Χίου, του όγδοου «παιδιού» του Δικτύου θεματικών Μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, κάνουμε τα πρώτα βήματα στον εκθεσιακό χώρο. Η γλυκιά φωνή της κ. Μαριάνθης από τα Μεστά που ακούγεται από το ηχείο μάς αναγκάζει να προσέξουμε την πίκρα των καλλιεργητών: «Δεν θέλω να δουλεύεις στους σκίνους να κεντάς/για μια οκά μαστίχη βρε μικρούλα μου τα νιάτα σου να φας/Δεν θέλω να δουλεύεις στο μεροκάματο/κι εγώ θα σε πληρώνω αγαπούλα μου το κάθε Σάββατο/να ξεραθούν οι σκίνοι να γίνουν ρημαδιό/στο κέντημα του σκίνου βρε μικρούλα μου να μην σε ξαναδώ…». Είναι σαφές ότι η ζωή στους μαστιχώνες δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Η διαδικασία

Με ξυστήρια, άμιες, κεντητήρια, τα βασικά εργαλεία της δουλειάς των καλλιεργητών, που αρχίζει κάθε Μάιο, ξεκινά η πρώτη ενότητα. Οι γυναίκες γνωρίζουν καλά τη ζωή κοντά στα δέντρα. Αυτές τα «κεντούν» από κάτω προς τα πάνω, μαζεύουν τα «δάκρυά» τους, ενώ οι άνδρες αναλαμβάνουν το τσάπισμα γύρω, αλλά ποτέ κάτω από τους σχίνους. Δίνουν αέρα στα κλαδιά, ρίχνουν το ασπρόχωμα που μονώνει το έδαφος στο οποίο πέφτει το μαστίχι και έπειτα το μεταφέρουν στον οικισμό. Με μαντίλι στα μαλλιά όλοι κατά τη συγκομιδή για να μη στάξει η ρητίνη στο κεφάλι και χειρόφτριες στα χέρια (ειδικά γάντια), 15 μέρες μετά το κέντημα ξυπνάνε νωρίς μη τους πετύχει ο ήλιος και μαλακώσει τη μαστίχα. Επειτα αρχίζει το κοσκίνισμα για να φύγουν τα χώματα και τα φύλλα, το πλύσιμο με αλάτι και ασπρόχωμα, το καθάρισμα. Μια ολόκληρη προετοιμασία στον οικισμό κατά τη διάρκεια της οποίας δένουν φιλίες χρόνων.

Βάσανο η διαδικασία αλλά το υλικό διαλεχτό, χρησιμοποιείται σε τρόφιμα, φάρμακα, τη βιομηχανία. Τέχνη η μαστιχοκαλλιέργεια, που εγγράφηκε το 2014 στον αντιπροσωπευτικό κατάλογο της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, είναι πια υπό την προστασία της Unesco.

Η καλλιέργειά της διαμόρφωσε την οικονομία του νησιού, την αρχιτεκτονική του, τις συνήθειες των κατοίκων. Πηγή πλούτου το βλέπει ο επισκέπτης της έκθεσης μέσα από πολυμεσικές εφαρμογές και οπτικοακουστικό υλικό, σε μια διαδρομή από τα βυζαντινά χρόνια όπου η μαστίχα ήταν μονοπώλιο του αυτοκράτορα. Στην αρχή παραχωρήθηκαν τα προνόμια στους Βενετούς, έπειτα στους Γενοβέζους, οι οποίοι παραχώρησαν για 20 χρόνια το εμπόριο στη Μαόνα, μια μετοχική εταιρεία πλοιοκτητών από 29 πιστωτές της Γένοβας. Στην οθωμανική κυριαρχία, το 1566, η διαχείριση περνάει στην Υψηλή Πύλη, όμως, τα μαστιχοχώρια είχαν την προστασία της βαλιντέ σουλτάν (βασιλομήτορος). Οι μαστιχοπαραγωγοί φορούσαν λευκό σαρίκι όπως οι προνομιούχοι Τούρκοι. Ο αρχηγός της οικογένειας παρέδιδε φόρο σε μαστίχα, τον κατέβαλε στους προύχοντες του χωριού κι εκείνοι στον Εμίνη του μαστιχιού. Τη μισή παραγωγή παρέδιδαν οι καλλιεργητές ως κεφαλικό φόρο και την υπόλοιπη την πουλούσαν σε ευτελή τιμή στον τελώνη. Οση ήθελαν για δική τους χρήση, έπρεπε να την αγοράσουν σε διπλάσια τιμή μόνο απ’ αυτόν.

Στο φαγητό

Για την Υψηλή Πύλη αυτή η ρητίνη ήταν πολύτιμο υλικό. Τη χρησιμοποιούσαν στα φαγητά όπως μαρτυρά ο τουρκικός… τσελεμεντές του 1844 με επτά συνταγές μαστίχας, που είναι κλεισμένος σε προθήκη της έκθεσης. Μεγάλο μέρος της παραγωγής κατανάλωνε το χαρέμι. Ο,τι περίσσευε το εμπορεύονταν.

Αλίμονο όμως σε όποιον τολμούσε να την κλέψει. Οσοι συλλαμβάνονταν «φέροντες μαστίχην» τιμωρούνταν με δήμευση περιουσίας, φυλάκιση, σε άλλες περιπτώσεις μαστίγωμα, ακρωτηριασμό ακόμη και απαγχονισμό.

Η απαλλαγή από την καταβολή φόρου σε μαστίχα το 1840 απελευθέρωσε τη διάθεση του προϊόντος. Αναπτύχθηκαν προϊόντα που την αξιοποιούσαν ως πρώτη ύλη, εντείνοντας τον ανταγωνισμό της αγοράς, συγχρόνως όμως άρχισε και η εκμετάλλευση. Εμποροι και μεταπράτες κερδοσκοπούσαν εις βάρος των μαστιχοπαραγωγών φέροντας σε αδιέξοδο τους καλλιεργητές. Τέλη του 19ου αιώνα η τιμή πώλησης έπεσε, ενώ στις αρχές του 20ού ειδικός κανονισμός περιόριζε την καλλιέργεια σε τρεις μήνες. Ολοι οι παραγωγοί υπέγραψαν τον κανονισμό και οι τουρκικές αρχές τον ενέκριναν. Σύντομα η παραγωγή μειώθηκε και η τιμή της μαστίχας διπλασιάστηκε.

Το 1912 η Χίος ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος, όμως η φορολογική εξομοίωση με την υπόλοιπη χώρα δημιουργεί προβλήματα. Εως το 1924 η τιμή της μαστίχας ήταν χαμηλότερη από το κόστος καλλιέργειας.

Το 1938 ψηφίζεται αναγκαστικός νόμος. Ομως το σημαντικό κεφάλαιο στην παραγωγική ιστορία αυτού του πολύτιμου φυσικού προϊόντος ήταν η ίδρυση (την ίδια χρονιά) της Ενωσης Μαστιχοπαραγωγών. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει την Ενωση στα πρώτα της βήματα και λίγα χρόνια αργότερα με μεγάλα αποθέματα να προσπαθεί να βρει θέση στην αγορά αναζητώντας νέους τρόπους επεξεργασίας.

Ο παλιός εξοπλισμός

Στο κάτω μέρος του μουσείου ο παλιός εξοπλισμός της Ενωσης στέκει καλογυαλισμένος για επίδειξη. Στον κάδο αναδεύεται το ομοιογενές ζυμάρι, έπειτα στεγνώνει στους πάγκους, γίνεται πίτα, φύλο από το οποίο βγαίνουν τα κουφετάκια, δηλαδή οι τσίχλες. Στις κουφετιέρες βάζανε σιρόπι, τα κουφετάκια για 12 ώρες με θέρμανση και κρύο αέρα να τα φυσούν παράλληλα για να μη λασπώσουν.

Η Ενωση δίδαξε τη συνεταιριστική ιδέα αλλά έδωσε λογιστές, ανέλαβε τη συσκευασία των προϊόντων, διέθεσε ισχυρή εκτυπωτική μονάδα, εξέδωσε εφημερίδα. Ολα τα βρίσκει ο επισκέπτης σ’ αυτό το μουσείο. Ακόμη και την τσίχλα ΕΛΜΑ, η οποία φέτος έγινε 60 χρόνων. Οσο για το όνομά της, προέκυψε μέσα από μαθητικό διαγωνισμό.

«Εδώ μυρίζεις, ακουμπάς, δοκιμάζεις» μάς παροτρύνουν οι άνθρωποι του μουσείου πριν περιηγηθούμε στον μαστιχώνα. Οι κεντιές που τραυματίζουν τους ρητινοφόρους αγωγούς των δέντρων κάνοντάς τα να «κλαίνε», για τους Χιώτες είναι μέρος της ζωής τους. Για τους υπόλοιπους επισκέπτες βιωματική δράση που βοηθά να κατανοήσουμε αυτό το σημαντικό προϊόν. Σε συγκεκριμένες περιόδους θα είναι μέρος των δράσεων του μουσείου…

Στο πωλητήριο, πάντως, υπάρχουν αναμνηστικά που θα θυμίζουν την επίσκεψη. Στα WC όλοι δοκιμάζουν τα σαπούνια και τα αρωματικά μαστίχας. Στο αναψυκτήριο ακόμη και ο καφές έχει το άρωμά της.

«Να εμπνεύσουμε για αριστεία, δημιουργία»

Ο πολιτισμός είναι καθρέφτης της Ιστορίας και τροχός για την εξέλιξη των κοινωνιών. Το δίκτυο θεματικών μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς έχει αποδείξει κι άλλες φορές πώς μπορεί να αναδειχθούν οι ιδιαιτερότητες κάθε τόπου, πώς μπορεί να στηριχθεί η περιφέρεια της χώρας.

Δημητσάνα, Σουφλί, Βόλος, Λέσβος, Σπάρτη, Τήνος, Στυμφαλία, τώρα η Χίος και τον Σεπτέμβριο το μουσείο Αργυροτεχνίας στα Ιωάννινα. Πυρήνες πολιτισμού σε εννέα κομβικά σημεία της Ελλάδας, όπου απασχολούνται μέλη της τοπικής κοινωνίας, αναδεικνύεται η παραγωγική ιστορία κάθε τόπου, το πάντρεμα του πολιτισμού με το περιβάλλον, στηρίζεται η οικονομία.

«Σήμερα για να σταθούμε γερά στα πόδια μας, για να ανακτήσουμε το επίπεδο του εθνικού εισοδήματος που χάσαμε, για να ανακτήσουμε αξίες πανανθρώπινες, να συνεργαστούμε και να γίνουμε αποδοτικότεροι, χρειάζεται να εμπνεύσουμε» είπε στα εγκαίνια του Μουσείου μαστίχας η πρόεδρος του ΠΙΟΠ κ. Σοφία Στάικου, παροτρύνοντας όλους τους φορείς να κινητοποιηθούν «γι’ αυτό τον τόπο που περνάει κρίση». «Να εμπνεύσουμε για αριστεία και δημιουργία. Να αντλήσουμε δυνάμεις από τον πολιτισμό και να ενεργοποιήσουμε τους ανθρώπους της προόδου. Να τραβήξουμε την Ελλάδα από το τέλμα».

Η Χίος δοκιμάζεται όπως κι άλλα νησιά από το κύμα προσφύγων και μεταναστών. Από παραβατικές συμπεριφορές που προκαλεί η απόγνωση. Από τo hotspot που ξεπερνά τα 1.100 άτομα και τα δύο κέντρα φιλοξενίας. Κάποιοι συνυπάρχουν με τους ντόπιους διακριτικά στις παραλίες. Αλλοι αναστατώνουν, βάζουν φωτιές, προκαλούν φασαρίες για να φύγουν. «Οι περισσότεροι κάτοικοι ανησυχούν» λέει ο Δημήτρης Κ., από τους ανήσυχους 35άρηδες της περιοχής. Αγωνιά για τον τόπο του…

Είναι μία από τις εικόνες που συναντάς στο νησί. Μια άλλη είναι η τέχνη που δεν χάνεται. Στο Μουσείο μαστίχας αποκαλύπτεται η δύναμη μιας οργανωμένης κοινωνίας μέσα στον χρόνο. Γιατί τα «δέντρα που δακρύζουν» θυμίζουν όπως λέει ο Βασίλης, νεαρός καλλιεργητής, τον άνθρωπο, την αντοχή του.

 

Πηγή: Καθημερινή

Αμαλία Κυπαρίσση

Μοιραστείτε αυτό άρθρο αν σας άρεσε.

Mητέρα 2 παιδιών, της Παυλίνας και του Αχιλλέα, θέλω να “αιχμαλωτίσω” με λέξεις και εικόνες τις στιγμές που περνάνε γρήγορα… Ταξιδιάρα, gourmet, λάτρης του καλού κρασιού, yogini, βιβλιοφάγος. Αγαπώ το θέατρο, το σινεμά, την ιστορία, τις ιστορίες και τις περιπλανήσεις. Μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις μου φτιάχνουν την ημέρα. Για μένα η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στις μικρές απολαύσεις, στις συγκινήσεις, στις στιγμές, στις μεγάλες χαρές αλλά και στις βαθιές απογοητεύσεις…