Και διηγώντας τα να τρως…η Μελίσσα Στοϊλη μας “ξεναγεί” στον κόσμο της γαστρονομίας

Διάβασμα

Η Μελίσα Στοϊλη είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος, ηθοποιός, πολυπράγνων… όλες τις οι ιδιότητες, όμως, τα τελευταία χρόνια συγκλίνουν “γύρω από ένα τραπέζι”. Διηγείται ιστορίες για αγαπημένα πιάτα, για αγαπημένες συνταγές και μας ταξιδεύει… Η δική της, προσωπική ιστορία καθορίζεται από το θέατρο. Ακόμη και όταν γράφει υποδύεται έναν ρόλο, όπως χαρακτηριστικά μας λέει. Χρησιμοποιεί τους κανόνες του θεάτρου για να μεταδώσει εικόνες και συναισθήματα. Στο βιβλίο της που έχει γίνει και μουσικοθεατρική παράσταση, “Και διηγώντας τα να τρώς“, υποδύεται τον ρόλο μιας Χαλιμάς που λέει ιστορίες για το φαγητό, για το “ταξίδι” κάθε πιάτου (από που ξεκίνησε και που βρέθηκε), μοιράζεται μαζί μας συνταγές αλλά και όλα όσα έχει αγαπήσει σε αυτήν τη γαστρονομική περιήγηση της. Το βιβλίο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον καθώς χρησιμοποιείται πολυτονικό σύστημα κάνοντας σε να αισθανθείς ότι κρατάς στα χέρια σου μια καλή έκδοση πριν ακόμη αρχίσεις την ανάγνωση. Όταν πια ξεκινάς την ανάγνωση σε συνεπαίρνει η διήγηση αλλά και οι μυρωδιές και γεύσεις που μέσα από τις λέξεις σου “περνάει” στη μύτη και το στόμα…Οι συνταγές στο τέλος είναι απλώς το κερασακι στην τούρτα για να “τρέξεις” στην κουζίνα και να βγάλεις κατσαρόλες και τηγάνια έχοντας κατά νου αριστοκράτες, βασιλείς, πληβείους, χωρικούς ανά την υφήλιο…Στο βιβλίο της δένουν ιστορικές διαδρομές, πολιτιστικές αναφορές και γαστρονονικά ταξίδια όλα “κεντημένα” με λέξεις που δίνουν ζωή στα πιάτα και σε όλους όσοι σχετίζονται με αυτά.

Πες μας μερικά λόγια για το βιβλίο σου Και Διηγώντας τα να Τρως… Τι πραγματεύεται; 

-Είναι μια καταγραφή των περιπλανήσεων των αγαπημένων μας πιάτων. Τα παρακολουθώ καθώς ταξιδεύουν μέσα στον τόπο και τον χρόνο και τα βρίσκω σε ταβέρνες και σε καπηλειά, σε πανηγύρια και σε δεξιώσεις, σε οικογενειακά μεσοαστικά τραπεζώματα, κάτω από δέντρα, δίπλα στη θάλασσα. Τα αφήνω να μου δείξουν τις χώρες από τις οποίες πέρασαν και να παρατηρήσω πως κάθε πολιτισμός και κάθε εποχή άφησε επάνω τους την δική τους σφραγίδα. Είναι σαν να τα ακούω προσεκτικά καθώς μου διηγούνται την προσωπική τους ιστορία.

Πως ξεκίνησε η σχέση σου με το φαγητό και πως θα τη χαρακτήριζες;

-Η σχέση μου με το φαγητό είναι κυρίως ότι νιώθω γεύση σε όλα τα πράγματα, φαγώσιμα και μη. Άρα είναι μια συναισθηματική σχέση, μπορεί κάτι που δοκιμάζω να μου φέρει μια καταιγίδα αναμνήσεων και μπορεί μια συγκίνηση να μου αφήσει στο στόμα μια γευστική αίσθηση.

 Έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι είσαι από τη Θεσσαλονίκη – ως γαστρονομική Μέκκα – στη διαμόρφωση αυτής της σχέσης; 

-Η Θεσσαλονίκη είναι ένα σταυροδρόµι λαών και προϊόντων, αρωµάτων και γεύσεων. Μπορεί να μην ξέρω ακριβώς τι με επηρέασε αλλά στη γευστική μου μνήμη υπάρχουν βουτυράτα πιλάφια, καϊµακλίδικα καζάν ντιµπί, μαστιχωτά τσουρέκια, σουσαμένια κουλούρια, τρίγωνα,  µπουγάτσες, κουρκουµπίνια, ταούκ κιοκτσού και σιροπιαστά.  Υπάρχουν λακέρδες, πιπεράτη φέτα του Βλάστη, ελιές θρούµπες και µύδια του Θερµαϊκού.

Τι σε γοητεύει στο φαγητό;

-Το εφήμερο της φύσης του –από τη στιγμή που το τρως παύει να υπάρχει- και ταυτόχρονα η ελπίδα πως θα μπορέσεις να ξανανιώσεις την ίδια αν όχι μεγαλύτερη ευδαιμονία όταν θα έχεις μπροστά σου ένα άλλο πιάτο. Κάτι που συμβαίνει και με τον έρωτα. Ίσως γι’ αυτό μερικές φορές το ένα γίνεται υποκατάστατο του άλλου.

 

Εαν χρειαστεί να μαγειρέψεις ένα γεύμα για έναν εχθρό σου ποιό θα ήταν αυτό;

-Ο λωτός –το λένε και μήλο της Ανατολής- είναι ένα φρούτο που πρέπει να ξέρεις πότε θα το δοκιμάσεις. Όταν είναι ώριμο είναι γλυκό και σε γεμίζει με ευδαιμονία. Όταν είναι άγουρο είναι στυφό και μπορεί να σε κάνει να μουδιάσεις. Μια φρουτοσαλάτα με άγουρο λωτό θα σερβίριζα στον εχθρό μου λοιπόν…

Ποιά είναι η αγαπημένη σου ιστορία/συνταγή από όλες αυτές που διηγείσαι; Αυτή που σε αγγίζει περισσότερο συναισθηματικά. Και ποιά είναι η πιο αστεία/περίεργη. Αυτή που σε δυσκόλεψε περισσότερο και γιατί.

-Αγαπάω πολύ την φανουρόπιτα διότι πρώτα από όλα μου φαίνεται πολύ χαριτωμένο να φτιάχνεις γλυκό για να καλοπιάσεις έναν άγιο αλλά και διότι αυτή η πίτα θα πρέπει να μοιραστεί. Το φαγητό που ενώνει είναι για μένα πολύ γοητευτικό. Συναισθηματικά με αγγίζει η φασολάδα ίσως γιατί είναι η πρώτη ιστορία που έγραψα αλλά και επειδή η ωραιότερη περιγραφή του φαγητού αυτού είναι από τον Παπαδιαμάντη: «…δια του βλέμματος θωπεύοντα την μεγάλην χύτραν με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες έλαιον φασόλια, και με άφθονον κοκκίνην πιπεριάν…». Όσο για περίεργη ιστορία, είναι ενδιαφέρον να μαθαίνεις πως κάποτε η μελιτζάνα δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης γιατί θεωρούνταν πως κάνει τους ανθρώπους να ερωτοτροπούν ανεξέλεγκτα.

Πως συνέλεξες όλες αυτές τις ιστορίες για τις οποίες γράφεις στο βιβλίο σου; Πόσο χρόνο σου πήρε;

– Πάντοτε μου άρεσαν οι ιστορίες για τα φαγητά. Ασυνείδητα πρέπει να γινόταν μια αρχειοθέτηση στο μυαλό μου και κάποια στιγμή όταν μαζεύτηκαν πολλές πληροφορίες, γεννήθηκε η αναγκαιότητα να μπουν σε μια σειρά με μια καινούργια μορφή. Όταν ξεκίνησα να γράφω κατάλαβα πως η μια ιστορία με οδηγούσε σε μια άλλη και το κάθε στοιχείο με έφερνε πιο κοντά στη λύση ενός μικρού γαστρονομικού μυστηρίου. Διάφορες απορίες  που μου γεννιόντουσαν ενδιάμεσα με έσπρωχναν σε μεγαλύτερη αναζήτηση η οποία δεν ήταν φιλολογική αλλά συναισθηματική περισσότερο και εκλεκτική, ξεκινούσε από ακούσματα και διαβάσματα, εικόνες και συνειρμούς. Χρειάστηκα περίπου τρία χρόνια για να φτάσω στην τελική μορφή αλλά νομίζω η μεγαλύτερη δουλειά είχε γίνει πριν χωρίς να το καταλάβω.

Μου λέει ότι θα ήθελε να γευματίσει με τον Καβάφη. Στο τραπέζι θα υπήρχε πιατέλα με τυριά, ένα ρηχό καλάθι με φρούτα και άφθονο κρασί (Μοσχάτο από τη Λήμνο). Θα ήθελε, επίσης, να δειπνήσει με τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη σε μια παραλία της Σύρου σε τραπέζι γεμάτο μεζέδες θαλασσινούς. Την ρωτάω ποιό θα ήταν το φαγητό που θα ήθελε να φάει εάν ήξερε ότι θα ήταν το τελευταίο της γεύμα… Σοκολάτα μέχρι το τέλος μου απαντά. Οι καραμέλες βουτύρου είναι η μυρωδιά που τις φέρνει παιδικές αναμνήσεις στο νου.

Πιστεύεις ότι κάθε φαγητό έχει τη μουσική του; Μπορεί δηλαδή να ενισχύσει την απόλαυση του; Εάν ναι τι φαγητό θα συνόδευε τη μουσική του Μπετόβεν; Του Τσιτσάνη; Των Rolling Stones, των Beatles, τη φωνή της Μπίλι Χολιντεϊ ή της Τζάνις Τσόπλιν, της Βέμπο; 

-Στις ιστορίες μου συχνά συνδέω τη μουσική με το φαγητό. Νομίζω πως έτσι ενισχύονται οι αισθήσεις. Τη μουσική του Μπετόβεν θα συνόδευαν ψάρια του Δούναβη, σαλάμι της Βερόνας και ουγγαρέζικο κρασί, του Τσιτσάνη τσιροσαλάτα και τσίπουρο, των Rolling Stones ένα στέικ φλαμπέ, των Beatles φράουλες με κρέμα, της Μπίλι Χολιντεϊ στρείδια και της Βέμπο κότα μιλανέζα.

Μίλησε μας για τη μουσικοθεατρική παράσταση… Τραγούδια, ιστορίες και φαγητά συνδιαλέγονται; Τι να περιμένει κανείς ερχόμενος στην παράσταση και που μπορεί να σας δει;

-Είναι μια παράσταση που δημιουργήθηκε με βάση το βιβλίο. Είναι ακριβώς μια «συζήτηση» ανάμεσα σε ιστορίες φαγητού και τραγούδια που έχουν σχέση με αυτό. Στην πραγματικότητα είναι σαν να βλέπει κάποιος επί σκηνής μια παρέα που καλεί τους υπόλοιπους να συμμετέχουν, να τραγουδήσουν, να χαμογελάσουν, να θυμηθούν γεύσεις και ακούσματα. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να νοιώσουν όσοι έρθουν να μας δουν την χαρά της παρέας που διασκεδάζει καθώς μιλάει και τραγουδάει για όλα όσα γευτήκαμε. Μια παρέα-θίασος λοιπόν που παίζει και τραγουδάει με τους Θανάση Βλαβιανό, Θοδωρή Ζέη, Βιβή Κόκκα, Ράνια Παπαδάκου, Κώστα Παπακωστόπουλο, Πάνο Σταθακόπουλο, Ηρακλή Στρούγγη, και… εμένα.

Λίγο πριν κλείσουμε την κουβέντα μας τη ρωτάω για τη σχέση μεταξύ άϋλου και υλικού πολιτισμού. 

Η σχέση μεταξύ άυλου και υλικού πολιτισμού είναι αμφίδρομη. Αν ζεις απομονωμένος σε ένα ορεινό χωριό πρέπει να κάνεις σχεδιασμό για να σου φτάσουν τα τρόφιμα, γίνεσαι πιο ασκητικός, περιορίζεις τις ανάγκες σου και αυτό δεν έχει σχέση με τη διατροφή μόνο, επηρεάζει ολόκληρη την ύπαρξή σου. Οι κουζίνες των λαών διαμορφώθηκαν και από την γεωπολιτική τους θέση, από τις πρώτες ύλες που υπήρχαν στη διάθεσή τους, από τους πολέμους, από τις αποικίες, από τις θρησκείες… Και όταν ένας λαός γνωρίσει την κουλτούρα ενός άλλου λαού πάλι θα επηρεαστεί. Δεν υπάρχουν στεγανά και πολλές φορές υπάρχει τόση μεγάλη όσμωση που δεν ξέρεις από πού ξεκίνησε μια συνταγή και που έφτασε.

Δεν ξέρω ποια είναι η ελληνική κουζίνα. Είναι διαφορετική στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, διαφορετική στην Μακεδονία και διαφορετική στην Κρήτη. Εμένα, η ελληνικότητα ενός φαγητού δεν με απασχολεί παρά μόνον ως διαδρομή. Άλλωστε είναι μάταιο να αναρωτιόμαστε για την ιθαγένεια ενός πιάτου. Οι αρχαίοι ή οι βυζαντινοί πρόγονοι των ντολμάδων αφορούν παρόμοιες παρασκευές αλλά διαφορετικού αποτελέσματος δημιουργίες, αφού εκ των πραγμάτων μιλάμε για άλλα υλικά και άλλες τεχνικές. Μου αρέσει να σκέφτομαι τη λεκάνη της Μεσογείου σαν μια χύτρα όπου κάθε λαός έριξε τα δικά του εδώδιμα υλικά, πολλές φορές και τα αποικιακά, και πασπάλισε το όλον δημιούργημα με ιθαγενή και ανατολίτικα αρτύματα. Τα φαγητά και τα γλυκά που προέκυψαν άλλαζαν και αλλάζουν με τα χρόνια.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με επερχόμενες παραστάσεις αλλά και για το βιβλίο στη σελίδα στο facebook Διηγώντας τα να Τρως

 

 

 

Αμαλία Κυπαρίσση
Αμαλία Κυπαρίσση
Είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε
ABOUT EDITOR ALL ARTICLES