Ελένη Ράντου: Ο ρατσισμός και το bullying που δέχθηκε λόγω καταγωγής και φύλου

By  |  0 Comments
Μοιραστείτε αυτό άρθρο αν σας άρεσε.

Μας άρεσε πολύ η συνέντευξη της Ελένης Ράντου.Μια ηθοποιός που έχει αφήσει το στίγμα της στο χώρο του θεάτρου και την περσινή χρονιά, για μια ακόμη φορά, η επιλογή που έκανε την δικαίωσε απόλυτα!

Φιλουμένα Μαρτουράνο στο Εθνικό θέατρο, μια πολύ ωραία παράσταση με εξιαρετικές ερμηνείες απο την Ελένη Ράντου και τον Άλκη Κούρκουλο που δε πρέπει να χάσετε!!

Το γεγονός ότι το Εθνικό Θέατρο είχε πολλά χρόνια να δει την Κεντρική Σκηνή να γεμίζει ασφυκτικά με κόσμο και να είναι sold out με τη Φιλουμένα αποδεικνύει ότι η Ελένη Ράντου είναι μια προσωπικότητα που ελίσσεται, μεταμορφώνεται, δεν λιμνάζει και μπορεί και παρασύρει τον κόσμο στο δικό της ρυθμό. Όμως το να αφήσει την ασφάλεια του δικού της θεάτρου για να βουτήξει στα νερά του Εθνικού σε ένα έργο ρεπερτορίου δεν ήταν στα σχέδιά της. «Όταν τελείωσε Ο Κατάδικός Μου, ένα έργο που είχε αγαπηθεί τόσο πολύ, υπήρχε μια πολύ μεγάλη αμηχανία τού τι κάνεις μετά. Πάνω σε αυτή την αμηχανία με πέτυχε η πρόταση του Εθνικού» λέει η ίδια. «Γιατί, μη νομίζεις, οι μεγάλες επιτυχίες έχουν και μερικούς ανασταλτικούς παράγοντες. Δεν είναι, δηλαδή, ότι μετά από κάθε μεγάλη επιτυχία παίρνεις δύναμη. Πέφτει πολλή περίσκεψη, δημιουργείς μια αίσθηση μεγαλύτερης ευθύνης, έχεις μια μεγαλύτερη αυτολογοκρισία. Οι μεγάλες επιτυχίες δεν φτιάχνουν πεδίο ελευθερίας. Η πρόταση του Εθνικού με γλίτωσε από την αγωνία να μην επαναληφθώ».

Η Ελένη έχει πάρει τη ζωή στα χέρια της από πολύ μικρή ηλικία. Από το 1995 δημιούργησε το δικό της θίασο και ανέλαβε το θέατρο Διάνα. «Ήταν ο μόνος τρόπος να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα. Με τους παραγωγούς που έβαζαν τα λεφτά έπρεπε να κάνω συνέχεια εκπτώσεις. Έπρεπε να συνδυαστούν οι αισθητικές μας, που είναι πάρα πολύ δύσκολο, και να εμπιστευτούν τη δική μου τρέλα. Εγώ, όμως, δεν είμαι καλή στο να πουλάω την αγάπη μου για το θέατρο. Ελευθερώθηκα μόνο όταν πλήρωσα εγώ η ίδια αυτό το τίμημα. Μέχρι να ξεκινήσω τη δική μου δουλειά, είχα δουλέψει έξι-επτά χρόνια και δεν μου άρεσε ο τρόπος που μου φέρονταν οι παραγωγοί. Υπήρχε μια αίσθηση ότι είσαι λίγο αναλώσιμος, λίγο ψώνιο. Αν υπήρχε μια καλή πρόταση, σου μιλούσαν λες και σου έκαναν και χάρη. Υπήρχε και ένας φόβος απέναντι στους παραγωγούς, ίσως και για αυτό είπα να κάνω δική μου δουλειά, για να μην έρχομαι σε μια επαφή που με φοβίζει τόσο. Ακόμα και το ότι δεν έκανα διπλή παράσταση ‒εκτός από τα πρώτα χρόνια‒ έπαιρνα το κόστος και έλεγα “αφού εγώ πληρώνω την παράσταση, εγώ επιτρέπω την πολυτέλεια στον εαυτό μου να μην κάνει κάτι τόσο απάνθρωπο που ελαφρώς κοροϊδεύει τον κόσμο”, με την έννοια ότι δεν μπορείς να μπαίνεις στην ίδια προσπάθεια δύο φορές την ημέρα. Δεν είσαι μηχανάκι».

Η δουλειά του ηθοποιού παραμένει ένας δρόμος ανηφορικός, γεμάτος αγκάθια, ανταγωνισμούς και ανασφάλειες. «Παίζεις με τις ανασφάλειές σου, είναι αλήθεια» παραδέχεται. «Και κάνεις έναν αγώνα να το ξεπεράσεις και να το κάνεις δημιουργία. Ακόμα και ο ανταγωνισμός, αν είναι θεμιτός, σε βάζει να εξελίσσεις τον εαυτό σου. Και όσο κι αν σου κάνει εντύπωση, ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός που είχα δεν ήταν από γυναίκες, αλλά από άντρες. Ένας άντρας ηθοποιός αισθάνεται πιο καλά όταν ο εργοδότης είναι άντρας παρά όταν είναι γυναίκα. Ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι πάρα πολύ να κλείσω έναν πρωταγωνιστή. Οι άντρες είναι πιο διστακτικοί, δεν ξέρω γιατί. Αισθάνονται λίγο αμήχανα απέναντι σε μια γυναίκα που στέκεται ισότιμα απέναντί τους. Έχω δει συναδέλφους, στους οποίους έχω κάνει πρόταση, να έχουν πάει σε δουλειές με λιγότερες αξιώσεις, αλλά που το περιβάλλον είναι αντρικό».

Ο ρατσισμός είναι γένους αρσενικού

Της αρέσει να μιλάει για τη Φιλουμένα, γιατί είναι φτιαγμένες από το ίδιο «κύτταρο». Ίσως γιατί και οι δύο προσπάθησαν να φύγουν από μια κοινωνική τάξη και να περάσουν σε μια άλλη. Η Φιλουμένα, μια πόρνη που ήθελε να γίνει νόμιμη σύζυγος, και η ίδια η Ελένη, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Αιγάλεω από μια εργατική οικογένεια, που έπρεπε να αποδείξει την πνευματικότητά της σε έναν άλλο χώρο. «Έχω τη λαϊκότητα τηςΦιλουμένας, το θάρρος της, έχω κάνει μια παράλληλη διαδρομή, έχω πέσει, έχω σηκωθεί, είναι σαν να μιλάει για τη δική μου ζωή. Αν έχεις ξεκινήσει από μια άλλη στάθμη και έχεις βρεθεί αλλού, εκεί που δεν έμοιαζε ότι θα μπορούσες να βρεθείς, αυτό είναι ένας διαρκής αγώνας για να βρεθείς στο κέντρο των πραγμάτων. Και ναι, ο ρατσισμός είναι κάτι που έχω βιώσει. Ο κύκλος που με είδε με ένα μάτι καχύποπτο ήταν ένας κύκλος διανοουμενίστικος ‒όχι διανοούμενων‒, ένας κύκλος θεάτρου γνώσης, ένας κύκλος σκηνοθετών που θεωρούσε ότι μια τόσο έντονα τηλεοπτική περσόνα δεν μπορεί να είναι και καλή ηθοποιός. Στα πρώτα μου, πάλι, χρόνια ο ρατσισμός ήταν πώς μπορεί η κοπελίτσα από το Αιγάλεω να είναι και ένα κορίτσι μορφωμένο και ένα άτομο πνευματικό χωρίς να είναι σοβαροφανές. Όλοι έχουμε φάει τα δικά μας bullying. Γενικά, η κοινωνία αισθάνεται καλά αν σε βάλει σε ένα συρτάρι και ξέρει ποιο θα ανοίξει και από πού θα πεταχτείς. Όταν ανοίγει ένα συρτάρι και εσύ πετάγεσαι από ένα άλλο, σοκάρεται, γιατί θέλει τα πράγματα τακτοποιημένα. Εγώ, ως θεατρική πορεία, ξεπήδησα από ένα συρταράκι, όπου ήμουν μια νόστιμη κοπέλα, μετά έφυγα από αυτό και έκανα θεατρικές παραγωγές, μετά έφυγα και από εκεί κι έκανα έργα που είχαν περισσότερη ανησυχία και έπρεπε να αποδεχτούν ότι δεν θα κάνω λαϊκά πράγματα. Μετά άρχισα και να γράφω, οπότε αυτό ήταν ένα ακόμα σοκ. Τους ξεγλιστρώ γιατί δεν είμαι το προφανές και εκεί έρχεται ο ρατσισμός. Όταν βλέπω ότι το περιβάλλον με τακτοποιεί, θέλω να πάρω τις βαλίτσες μου και να αλλάξω ράφι».

Βάσω Στασινού-Νικοπολίδη

Μοιραστείτε αυτό άρθρο αν σας άρεσε.

Απο το παρκέ του γηπέδου στο παρκέ του σπιτιού μου…. Με τον Γιάννη και τα δίδυμα Γιώργο και Μαριτίνα έχω καταφέρει να συνεχίσω να αθλούμαι καθημερινά. Κάνω πρωταθλητισμό στη ζωή παρέα με τον άντρα μου τον Αντώνη που υπεραγαπώ. Μου αρέσει να μαθαίνω καινούργια πράγματα και προσπαθώ να προσαρμόζομαι παντού. Το μότο μου είναι “‘Ολα καλά θα πάνε, όλα θα γίνουν…”