Της μαμάς μου η μαμά, είναι δυό φορές μαμά μου

By  |  0 Comments
Μοιραστείτε αυτό άρθρο αν σας άρεσε.

Η Ντεμίνα Μασούλα είναι γνωστή και ως deminius όπως δηλαδή λέγεται το ιστολόγιο της που είναι γεμάτο υπέροχες εικόνες και σκέψεις. Τη Ντεμίνα την ξέρω χρόνια…ανήσυχο πνεύμα, ταλαντούχα, πολύπλευρη, πνευματώδης και έχει αυτό που λέμε “δυνατή πένα”. Τα κείμενα της, από παλιά τότε που και οι δύο γράφαμε μόνον πολιτικά δοκίμια, λογύδρια και συναφή, πάντα εντυπωσιάζουν. Ίσως γιατί έχει τετράγωνη λογική την όποία, όμως, φροντίζει να τροφοδοτεί ενίοτε με μπόλικη φαντασία… το αποτέλεσμα είναι εικονοπλαστικός λόγος που σε καθηλώνει. Για αυτό και εγώ της είχα ζητήσει εδώ και καιρό να γράψει και για εμάς εδώ στο 4moms.gr. Περίμενε την κατάλληλη εμπνευση… και με αποζημίωσε! Το κείμενο που ακολουθεί είναι συγκινησιακά φορτισμένο και γεμάτο εικόνες. Εικόνες που έχουμε οι περισσότεροι αλλά συνήθως χάνουμε τις λέξεις! Εικόνες από έναν άνθρωπο τόσο σημαντικό στη ζωή μας – για όσους είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε – όσο σχεδόν η μητέρα μας….

Η γιαγιά είναι πλάσμα μοναδικό, πάντα χαμογελαστό.

Είναι η σοκολάτα υγείας στο μπλε χαρτί που κρατούσε στα χέρια κάθε που με συναντούσε.

Το πρώτο κολύμπι στη θάλασσα το Πάσχα, αν δεν προηγείτο η Πρωτομαγιά.
Η βόλτα στα βραχάκια της παραλίας, το ψάρεμα, κάθε κοχύλι που μαζεύαμε και κρατούσα όλο το Χειμώνα σαν πολύτιμο θησαυρό, να μοσχοβολά ιώδιο και να με ταξιδεύει στα παιδικά μου Καλοκαίρια.

Είναι το εξοχικό που με πήγαινε τη μέρα που έκλειναν τα σχολεία, και με αποχαιρετούσε την παραμονή που άνοιγαν ξανά.

Είναι τα σχίνα που είχε κεντήσει στη Χίο, μα κι εκείνα που είχε μετατρέψει σε σπηλιές για να παίζουμε και να ξεκουραζόμαστε τα μεσημέρια του Αυγούστου, σαν εξερευνητές.

Είναι η λατρεία της για την ελιά και το αμπέλι. Κι εκείνο το περιβολάκι με τα ντοματάκια μίνι, όπως τα έλεγε και τα καμάρωνε.

Είναι το πεπόνι που έτρωγα ενώ μου ‘λεγε “πιες το ζουμάκι”, και γέλαγε με την καρδιά της όταν χυνόταν όλο πάνω μου, αντί να γκρινιάζει.

Είναι το “Σουσουράδι μου φάε, γιατί θα σε ζυγίζω στο καντάρι με τα μαρουλάκια!”

Είναι η Singer ραπτομηχανή της, που έχω κρατήσει από τότε, χωρίς να βγάλω τις κλωστές της από τα συρταράκια, το λάδι που τη γράσαρε, ή το μικρό φωτιστικό της.

Είναι το βάζο της στο σαλόνι, εκείνο το γυάλινο σκούρο πορτοκαλί, με τις μωβ σεμπρεβίβες που, όπως λέει τ’όνομά τους, ζουν αιώνια.

Η γιαγιά μου η Δήμητρα, είναι η κατακόκκινη τριανταφυλλιά της που ανθίζει ακόμα σήμερα στη βεράντα μου, Χειμώνα-Καλοκαίρι. Χαμογελά, μοσχοβολά, ομορφαίνει στιγμές, νύχτες και μέρες.

Είναι η αγκαλιά που δε μ’αφήνει ποτέ, το απαλό χάδι που νιώθω όσο κι αν μεγαλώσω.

Είναι τα χατήρια και τα “δεν πειράζει” στις αταξίες, που η μαμά δεν επιτρέπει.

Είναι όλη η στοργή που σε μεγαλώνει δύο φορές σα μάνα, με διπλή αγάπη, με διπλή έγνοια.

Είναι η μάνα που πούλησε τη βέρα της στην Κατοχή για ένα μπουκαλάκι λάδι που έθαβε στο χώμα στους Αγίους Αναργύρους, κι έδινε σταγόνα – σταγόνα στις κόρες της καθημερινά για να επιβιώσουν.

Είναι εκείνη που στερήθηκε το σχολείο για να πάνε τα μεγαλύτερα αδέλφια της, ενώ φρόντιζε στο σπίτι τα μικρότερα. Και πάσχιζε τα βράδια στο φως ενός κεριού, με τη βοήθεια μιας ξαδέλφης της, να μάθει να διαβάζει και να γράφει γιατί αγαπούσε τα γράμματα. Είναι ο πόνος της που δεν κατάφερνε να διαβάζει όπως η ψυχή της ήθελε, κι όταν της έλεγα “έλα να διαβάσουμε μαζί Κλασσικά Εικονογραφημένα, γιαγιά”. Κι όμως ερχόταν, και μαζί διαβάζαμε για να μη με πληγώσει, να προσπαθήσει, για να μάθει από μένα. Κι ίσως για κείνην τελικά να επέμεινα ακαδημαϊκά σε σπουδές και διαβάσματα, ίσως μέσα μου να ‘νιωθα ότι το κάνω και για τη γιαγιά μου, Φόρο Τιμής κι ευχαριστώ συνάμα.

Η γιαγιά Δήμητρα όμως, είναι κι όλα όσα δεν έζησα μαζί της γιατί πέθανε νωρίς. Η προσμονή κι η λαχτάρα να βγει στο μπαλκόνι του νοσοκομείου, να τη δω τουλάχιστον, αλλά δεν βγήκε ποτέ. Δεν την άφησαν οι γιατροί; Δεν μπορούσε σωματικά; Δεν άντεχε ψυχολογικά να με δει, και να τη δω χωρίς τα μαλλάκια της; Δεν έχω απάντηση. Εγώ πήγαινα όμως, έδινα στη μαμά τις καραμέλες που μου είχε πει ότι της άρεσαν κι είχα αγοράσει με το χαρτζιλίκι μου, και περίμενα κοιτώντας ψηλά στο μπαλκόνι, χωρίς να στρέψω το βλέμμα αλλού ούτε στιγμή. Μέχρι που ερχόταν η μαμά και μ’έπαιρνε να φύγουμε. Κι έμενα με μιαν ελπίδα για την επόμενη φορά. Εκείνη την επόμενη φορά που δυστυχώς δεν ήρθε ποτέ…

Η γιαγιά είναι συνυφασμένη και ταυτόσημη μονάχα με χαρές και βόλτες και παιχνίδια. Δεν έχει πίκρα και “γιατί;” η θύμησή της. Μόνο το απλόχερο, αδιαπραγμάτευτο, ατελείωτο δόσιμο στο εγγόνι της, η αγάπη που την έκανε να μεγαλώνει ξανά παιδιά χωρίς να κάνει τα λάθη που κάνουν αθελά τους οι μαμάδες. Γιατί η γιαγιά ξέρει, τα έζησε, πλήγωσε και πληγώθηκε με τα μικρά και μεγάλα “ναι” και “μη” που είπε. Και δεν τα επαναλαμβάνει. Γιατί η γιαγιά δε θα σου πει ποτέ “ζακέτα να πάρεις. Θα σου την πλέξει και δε θα θέλεις να τη βγάλεις ποτέ από πάνω σου. Γιατί είναι από τα χέρια της, είναι η γλύκα κι η ζεστασιά της.

Η γιαγιά μου η Δήμητρα, είναι τ΄όνομά της κι όνομά μου που την κρατά ζωντανή. Εκείνο που δε ζήτησε να μου δώσουν, γιατί είχε εμένα. Κι όπως και να μ’ έλεγαν, ήμουν το Σουσούρι της.

Η γιαγιά μου η Δήμητρα είναι οι ρίζες μου: η Πόλη της δικής της Προσφυγιάς, κι η Χιος.

Μα πιότερο, η γιαγιά μου η Δήμητρα είναι το Αιγαίο, το μπλε της θάλασσας, και το αλμυρό νερό της. Εκεί που με “βάπτισαν” 40 ημερών. Στη θάλασσα της Χίου μ’έριξαν, στο Αιγαίο. Εκεί που όλα ξεκίνησαν και όλα καταλήγουν στη ζωή μου.

Στη θάλασσα.

Απέραντη σαν τη θαλπωρή της γιαγιάς, βαθιά σαν το βλέμμα της, δυνατή σαν την αγκαλιά της, ανυποχώρητη σαν την αγάπη της, σκληρή σαν την απώλειά της, γαλήνια σαν την παντοτινή της παρουσία.

Ναι, γιατί της μαμάς μου η μαμά, είναι δυο φορές μαμά μου. Και δεν έφυγε ποτέ.

Αμαλία Κυπαρίσση

Μοιραστείτε αυτό άρθρο αν σας άρεσε.

Mητέρα 2 παιδιών, της Παυλίνας και του Αχιλλέα, θέλω να “αιχμαλωτίσω” με λέξεις και εικόνες τις στιγμές που περνάνε γρήγορα… Ταξιδιάρα, gourmet, λάτρης του καλού κρασιού, yogini, βιβλιοφάγος. Αγαπώ το θέατρο, το σινεμά, την ιστορία, τις ιστορίες και τις περιπλανήσεις. Μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις μου φτιάχνουν την ημέρα. Για μένα η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στις μικρές απολαύσεις, στις συγκινήσεις, στις στιγμές, στις μεγάλες χαρές αλλά και στις βαθιές απογοητεύσεις…